Java Games: Flashcards, matching, concentration, and word search.

Odyssey 9 vocabulary

Test your knowledge of 1159 words used at least once in Odyssey 9. Some common words omitted. (Go to CW's language page.)

AB
ααζωmake reckless
ααωmake reckless
αγγοςvessel
αγεcome! come on!
αγηνωρmanly or arrogant
αγλαοςsplendid
αγορηassembly of people
αγορευωspeak (in the assembly)
αγρεωcapture
αγριοςwild
αγχιnear (adv. or prep. + gen.)
αγωlead or carry
αειalways
αεικελιοςshabby
αεικηςunseemly
α(ε)ιρωlift
αεκωνacting against one's will
αεξωincrease
αζαλεοςdry
αζομαιstand in awe of
αηρmist or cloud
αητηςblast
αθανατοςundying
αθεμιστ(ι)οςlawless
αθροοςin crowds or masses
αιha!
αιγανεηhunting-spear
αιγειροςpoplar (f.)
αιγε(ι)οςof a goat
αιγιοχοςAegis-bearing (epithet of Zeus)
αιδεομαιrespect or be ashamed to do
αιδοιαgenitals (n. pl.)
αιδοιοςregarded with reverence
αιθοψfiery-looking
αιμαblood
αινομοροςdoomed to a sad end
αινοςdread
αινυμαιtake
αιξgoat (m. or f.)
αιπυςhigh and steep
αιρεωtake
αισαone’s lot or fate
αιτεωask
αιψαquickly
αιωperceive
αιωνperiod of existence
ακεωνsilent
ακηρασιοςunmixed (hapax)
ακικυςpowerless
ακοςcure (n.)
ακουαζομαιlisten
ακουωhear
ακρηheadland
ακρητοςunmixed
ακριςhill-top
ακρονhighest or furthest point
ακροςat the furthest point
αλαομαιwander
αλαοωblind
αλαωτυςblinding (f.) (hapax)
αλγοςpain (n.)
αλεγωtrouble oneself
αλεξωward or keep off
αλεομαιavoid
αλεωgrind
αλκηstrength
αλληιin another place
αλληλωνof one another
αλλοδαποςbelonging to another people or land
αλλοθενfrom another place
αλλοςanother
αλλοτριοςof or belonging another
αλλυδιςelsewhither
αλλωςin another way or manner
αλμυροςsalty
αλοχοςwife
αλςsea (f.) or salt (m.)
αλσοςglade or grove (n.)
αλυωbe beside oneself
αμαat once (adv. or prep. + dat.)
αμαξαwagon
αμαρτανωmiss (+ gen.) or commit wrong
αμαωreap or slice
αμαωcollect (hapax)
αμβροσιηambrosia
αμβροσιοςsweet-smelling
αμειβωchange (mid. answer)
αμελγωmilk
αμηχανιαwant of means (hapax)
αμοςour or my
αμπελοςvine (f.)
αμυμωνblameless
αμφιon both sides (adv. or prep. + obl.)
αμφιβαινωgo about or around
αμφιελισσαrowed on both sides or easily directed
αμφιπολοςfemale attendant
αμφιςon or at both sides (adv. or prep. + obl.)
αμφιφορευςlarge jar with two handles
αναβαινωgo up
αναγκηforce
αναδυνωcome to the top of water
αναισσωdart up
ανακαιωlight up
ανακλινωlean
αναλκιςwithout strength
αναξlord
αναπτωmake fast on or to
ανασσωbe lord
ανδρομεοςof man or men
ανεκτοςbearable
ανεμοςwind
ανευθεwithout (adv. or prep. + gen.)
ανημελκτοςunmilked (hapax)
ανηρman
ανηροτοςunploughed
ανθινοςof flowers (hapax)
ανθοςblossom (n.)
αντρονcave
ανωγωcommand
αοιδοςsinger
απαγγελλωbring tidings
απαμειβομαιreply
απανευθεafar off (adv. or prep. + gen.)
απαςquite all
απειμιbe away
απειμιgo away
απειρεσιοςboundless
απελεθροςimmeasurable
απερυκωkeep off or away
απεχωkeep off or away from
αποβριζωgo off to sleep
αποδοχμοωcause to droop (hapax)
αποκοπτωcut off
απολειπωleave over or behind
απολλυμιdestroy utterly
απονεομαιgo away
αποξυνωbring toa point
αποπλαζωlead astray from
αποπροθενfar away or apart
αποπροθιfar away or apart
απορρηγνυμιbreak off
απορρωξbroken off
αποσευωspeed away
αποτηλουfar away (+ gen.) (hapax)
απτωfasten (mid. catch fire)
απωθεωthrust away
αρα (αρ or ρα)now or then
αρασσωstrike hard
αρειωνbetter
αριδεικετοςdistinguished
αριπρεπηςvery distinguished
αριστονmorning meal
αριστοςbest
αρνα(acc. sing.) lamb (m. or f.)
αρνειοςyoung ram or wether
αροσιςarable land
αροτοςcornfield (hapax)
αρουραtilled or arable land
αροωplough
αρσηνmale
ασκηθηςunhurt
ασκοςleather bag
ασμενοςwell-pleased
ασπαρτοςunsown
ασπασιοςwelcome
ασπετοςunspeakable
ασσονnear(er) (comp. of αγχι) (+ gen. or dat.)
αστεροειςstarred
αστυcity
α(υ)ταρbut
ατεμβωmaltreat
αυagain
αυαινωdry (hapax)
αυδαωutter sounds
αυδηhuman voice
αυθιon the spot
αυληenclosure or court-yard
αυπνοςsleepless
αυτεagain
αυτικαforthwith
αυτμηbreath
αυτοθιon the spot
αυτοςself
αυτουat the very place
αυτωςin this very manner
αυχηνneck
αυωshout
αφαιρεωtake from
αφαρquickly
αφθιτοςnot to liable perish
αφικανωarrive at
αφικνεομαιcome
αφραδιηfolly
αφυσσωdraw
αχευωgrieve
αχθοςweight (n.)
αψbackwards
αψορροςgoing back
αωτοςfine wool
βαθυςdeep or high
βαινωgo
βαλλωthrow or strike
βαπτωdip in water (hapax)
βαρυςheavy
βελοςmissile (n.)
βιαζωconstrain
βιβημιgo (coll. βαινω)
βιηbodily strength or violence
βλεφαρονeyelid (always d. or pl.)
βοαωcry aloud
βοειοςof an ox or oxen (fem. subs. hide)
βοηloud cry
Βορεηςnorth wind
βοσκωfeed
βουλευωtake counsel
βουληdeliberation
βουληφοροςleading in counsel
βουλομαιwill
βουλυτονδεtowards evening
βουςbull or cow (m. or f.)
βριθωbe heavy or weighed down with
βροτοςmortal
βυσσοδομευωponder secretly
γαιαearth or land
γαιηοχοςearth-upholding (epithet of Poseidon)
γαλαmilk (n.)
γαστηρbelly
γαυλοςmilk pail (hapax)
γεγωνεωcall out
γειτωνneighbor
γελαωlaugh
γιγνομαιcome inbeing
γλαφυροςhollow
γληνηpupil
γλυκεροςsweet
γλυκυςsweet
γοαωwail
γονυknee
γυνηwoman
δαιμωνgod
δαινυμιdivide
δαιτυμωνguest
δαιωdivide
δαμαζωsubject or destroy
δασυμαλλοςthick-fleeced (hapax)
δατεομαιdivide among themselves
δαφνηlaurel (hapax)
δαωlearn
δεδοικαfear
δειλοςcowardly or wretched
δειπνεωmake a meal
δειπνονprincipal meal of the day
δεμωbuild
δενδρηειςwoody
δεπαςbeaker
δευροcome here!
δευωmoisten
δευωlack or fail do something
δεχομαιtake
δεωtie
δηnow
δημοςfat
δημοςdistrict or country
διακρινωseparate one from another
διαπερθωdestroy utterly
διασχιζωcleave or rend asunder
διαφαινωglow
διδωμιgive
διεροςnimble
δικαιοςobservant of custom and social rule
δικηcustom or justice
δινεωwhirl or twirl round
διοςbright or illustrious
διςtwice (hapax)
δμωςslave (taken in war)
δολιοςcrafty
δολιχαυλοςwith a long tube or socket (hapax)
δολοειςsubtle
δολοςbait or guile
δομοςhouse
δορπονevening meal
δορυlog or spear (n.)
δρυςoak tree (f.)
δυναμαιbe able
δυωstrip off or enter
δωμαhouse
δωρονgift
δωτινηgift
ε(ε)him (reflexive if non-enclitic)
εαωlet
εγγυθενfrom close at hand (+ gen. and dat.)
εγγυςnear (+ gen.)
εγκαταentrails (n. pl.)
εγκεφαλοςbrain
εγχειηspear
εγχεωpour in
εδωeat
εζομαιseat oneself
εθελωwill
ειδαρfood (n.)
ειδωsee (pf. οιδα know)
εικοσιtwenty
εικωseem like
ειλιπουςshambling
ειλυωroll round
εινοσιφυλλοςwith quivering foliage
ειπονspeak
ειροποκοςwool-fleeced
ειροςwool (n.)
ειρωsay
εισβαινωgo in
εισειδωlook at
εισκωmake like
εισοιχνεωgo into
εισοραωlook into
εισωwithin (+ acc. or gen.)
εκαστοςeach
εκατερθεon each side
εκλυωset free
εκπεραωtraverse
εκπινωdrink (off)
εκσευομαιspeed forth from
εκταμνωcut out
εκτοθενoutside
εκφθιωperish
ελαιν(ε)οςof olive-wood
ελαυνωdrive
ελεεωhave pity on
ελιξwith twisted horns
ελπωmake hope
εμβαλλωthrow in
εμβρυονyoung animal (thrice in Ody. 9 only)
εμεωvomit
εμμενεςcontinuously
εμπαζομαιbusy oneself about
εμπιπλημιfill quite full
εμπνεωblow or breathe upon
εναλιγκιοςlike
εναμελγωmilk in (hapax)
ενδονwithin
εν(ν)επωtell
ενερειδωthrust in (hapax)
ενερθεfrom beneath
ενθαthere
ενθαδε(to) here
ενθενthence
ενιαυωsleep among
ενιημιsend in or in
εννεαnine (indecl.)
εννημαρfor nine days
ΕννοσιγαιοςEarth-shaker
ΕνοσιχθωνEarth-shaker
εντοσθε(from) within
εξαιρεωtake out of
εξαλαοωblind utterly
εξαπαταωdeceive or beguile thoroughly
εξαυτιςover again
εξ(ει)ηςin order
εξελαυνωdrive out from
εξειρωspeak (mid. ask)
εξερυωdraw out of
εξοχοςdistinguished
εοςhis
επερειδωdrive against
επερχομαιapproach
επιβαινωgo upon
επιδινεωwhirl round
επιεννυμιput on over
επικαρσιοςdrifting sideways (hapax)
επικελλωbring shore
επιμαιομαιstrive after
επιπλεωsail upon or over
επιπνεωbreathe upon
επισταμαιknow
επιτιθημιlay upon
επιτιμητωρprotector (hapax)
επιτρεπωturn over
επομαιfollow
επορνυμιstir up
εποςword
εποτρυνωstir up
ερατεινοςlovely
εργονdeed
ερεθιζωirritate
ερειδωpress
ερεπτομαιmunch
ερεσσωrow
ερετμονoar
ερευγομαιspit or spew out
ερητυωkeep back
εριηροςtrusty
ερισταφυλοςmade of fine grapes (Ody. 9 only)
εριφοςyoung goat
ε(ε)ρσηdew or young lamb
ερυθροςred
ερυκωkeep in
ερυωdrag
εσθ(ι)ωeat
εσθλοςgood
εσπεριοςat evening
εσχατιηfurthest part
ετα(ι)ροςcompanion
ετεοςtrue
ετεροςone of two
ετιyet
ευwell
ευδειελοςvery clear
ευδωsleep
ευεργηςwell-wrought
ευκνημιςwell-equipped with greaves
ευκτιμενοςwell-built
ευνηbed
ευνιςbereft of
ευορμοςwith good mooring-places
ευπλοκαμοςwith goodly locks
ευρισκωfind
ΕυρυμιδηςEurymides
ευρυςwide
ευςgood (also ηυς)
ευσελμοςwell-benched
ευστρεφηςwell-twisted
ευτρεφηςwell-fed
ευφροσυνηmirth
ευχομαιboast or pray
ευχοςglory
ευωsinge
εφεζομαιsit or set upon
εφεπoμαιgo after
εφιημιsend
εφιστημιstand
εφυπερθεon or above
εχθοςhate
εχωhave or hold
ηος or εωςuntil or while
ΖακυνθοςZacynthus (island)
ζειδωροςgrain-giving
ΖευςZeus
ζοφοςgloom (of the world below)
ζυγονyoke or bench
η or ηεor
ηin truth οr although
ηβαιοςlittle or few
ηγεμονευωlead
ηδεand (freq. w/ ημεν)
ηδομαιenjoy oneself
ηδυςsweet
ηελιοςsun
ηεριοςwith the early morning
ηιαprovisions for a journey
ηκωhave come
ηλασκαζωrove or flit about
ηλιβατοςhigh
ηλιθαenough (always w/ πολυς in Il. once in Ody. four times)
ημαιbe seated
ημαρday
ημετεροςour
ημιsay
ημισυςhalf
ημοςat what time
ηνεμοειςwindy
ηπαρliver
ηπειρονδεto the mainland
ηπειροςmainland or land (fem.)
ηπυωcall to
ηριγενειαearly-born
ητορheart
ηωςdawn
θαλασσαsea
θανατοςdeath
θαρσοςcourage
θαρσυνωencourage
θαυμαwonder
θαυμαζωwonder
θεαgoddess
θεινωstrike
θειοςdivine
θεμιςcustom
θεμιστευωrule over
θεμοωdrive or bring
θεοςgod
θεουδηςfearing God
θερμαινωwarm
θερμοςhot
θεσπεσιοςdivinely (sounding)
θεσφατοςspoken by God
θεωrun
θηλυςfemale
θηρηhunt
θιςbeach
θνηισκωdie
θνητοςliable to death
θοοςswift
θοοωmake sharp or pointed
θριξhair of the head
θυμοςheart or soul
θυρηdoor
θυραζεout (the door)
θυρεοςdoor stone
θυωsacrifice
ιαλλωsend forth
ιαομαιheal
ιαυωsleep
ιαχωshout or cry
ιδεand
ι(ε)ρευςpriest
ι(ε)ροςdivine (neut. pl. sacrifices)
ιημιsend (mid. desire)
ΙθακηIthaca
ιθυνωmake straight
ικανωcome
ικετηςsuppliant
ικνεομαιcome
ικωcome
Ιλιοθενfrom Troy
ιμαςstrap
ιναwhere
ιοδνεφηςviolet-dark
ιπποςhorse
ιςmuscle
ΙσμαροςIsmarus (town of the Cicones)
ισοςequal to
ιστημιstand
ιστιονsail
ιστοςmast
ιχθυοειςfull of fish
καθαιρωclean
καθεζομαιsit down
καθημαιsit
καθιζωmake sit down
καθιημιsend down
καινυμαιsurpass
καιωset on fire
κακοςbad
κακοτηςbadness
καλλιθριξwith beautiful manes
καλοςgood
καλυπτωcover
ΚαλυψωCalypso
καματοςtoil
καμνωtoil
καμπυλοςbent
καπνοςsmoke
καρηhead
καρηνονhead
καρπαλιμοςswift
καρποςfruit
καταγηρασκωgrow old
καταγνυμιbreak in pieces
καταδυωgo down
καταθνητοςmortal
κατακλαωbreak down
κατακρυπτωcover over
καταλεγωtell
κατανευωnod assent
καταπλεωsail to land (hapax)
κατατιθημιplace
κατερητυωhold back
κατερχομαιgo down from
κατεχωhold fast
κατηρεφηςroofed
κατ(α)ισχωkeep
κατωρυχηςembedded
κειμαιbe laid
κελαινεφηςblack with clouds
κελευθοςroad (neut. acc. pl.)
κελευωurge or drive on
κελλωbring or come to shore
κελομαιurge on
κερδιωνmore profitable
κερτομεωmock
κερτομιοςmocking
κευθωcover up
κεφαληhead
κηδοςcare
κηδωtrouble
κηλε(ι)οςburning
κηρheart
κηροθιin the heart
κηρυξherald
κικλησκωcall
ΚικονεςCicones
ΚιρκηCirce
κισσυβιονwooden drinking-cup
κιχανωreach
κιωgo
κλαιωweep
κληιςbar or bolt
κλεοςrumour or fame
κληροςlot
κλινωincline
κλυζωwash up (of waves)
κλυτοςheard of
κλυωhear
κνεφαςdarkness
κοιμαωlull
κοντοςpole (hapax)
κοπροςdung
κοπτωstrike
κορυφηhead
κοσμεωorder
κοτεωresent
κουρηgirl or daughter
κουροτροφοςyouth-rearing
κρατεροςstrong
κρατοςstrength
κρεαςflesh
κρηνηwell
κρητηρmixing vessel
κριθηbarley
κρινωselect
κριοςram (twice in Ody. 9 only)
Κρονιδηςson of Cronus
κτεινωkill
κτημαanything gotten
κυανοπρωιροςwith dark-blue prow
κυανοχαιτηςdark-haired
κυβερνητηςsteersman
ΚυθηραCerigo island (n. pl.)
κυλινδωroll
κυμαwave
κυνηγετηςhunter (hapax)
κωπηhandle or oar
Κωρυκοςpromontory of Cilicia
λααςstone
λαγχανωobtain by lot
ΛαερτηςLaertes
Λαερτιαδηςson of Laerters (= Odysseus)
λαιλαψtempest
λαιτμαdepth or gulf of the sea
λαμβανωtake
λανθανωescape notice (= ληθω)
λαοςpeople
λασιοςhairy
λαχειαovergrown
λαχνοςwool (hapax)
λεγωcollect or tell
λειμωνmeadow
λειοςsmooth
λειπωleave
λευκοςbright
λευσσωlook or gaze upon
λεωνlion
ληιονcrop
ληιστηρpirate or robber
λιηνvery
λιθοςstone
λιλαιομαιlong for
λιμηνharbour
λισσομαιbeg
λοιβηdrink-offering
λυγοςtwig
λυγροςpitiful
λυσιςrelease
λυωloose
λωτοςlotus
ΛωτοφαγοιLotus-eaters
λωφαωrest from toil
μαινομαιrage
μακαρfortunate
μακροςlong
μαλαvery
μαλακοςsoft
ΜαλειαMalea (island)
μαλλονmore
μαντευομαιdivine
μαντιςone who divines
μαντοσυνηart of divination (Ody. hapax)
μαρμαροςstone or rock
μαρναμαιfight
μαρπτωcatch
ΜαρωνMaron
μαχηbattle
μαχομαιfight
μαψιδιωςvainly or idly
μεγαλητωρgreat-hearted
μεγαρονlarge room or chamber
μεγαςbig
μεθυwine
μειλιχιοςpleasing
μελαςblack
μελειστιlimb by limb
μελιηδηςhoney-sweet
μελλωthink of doing
μελωbe an object of care
μενοεικηςsatisfying
μενοςmight
μενωremain
μερμηριζωbe full of cares
μεσοςmiddle
μετανισσομαιpass over to the other side
μετασσηborn midway (hapax)
μετοπισθεbehind
μετρονmeasure
μηδομαιdevise
μηκαομαιbleat
μηκαςgoat
μηκοςlength
μηλονsheep
μηριαslices cut from the thighs (n. pl.)
μηροςthigh
μητηρmother
μητιομαιdevise
μητιςskill
μιλτοπαρηιοςred-cheeked
μιμνωstay
μινhim
μισγωmix
μοιραportion
μοροςfate
μοχλοςbar
μυελοειςfull of marrow (hapax)
μυθεομαιsay
μυθοςanything said
μυχοςinnermost part
ΝαιαςNaiad
ναιεταωdwell
ναιωdwell
ναυςship
ναυτηςsailor
να(ι)ωflow
νεκταρnectar
νεμωassign as one’s portion
νεομαιgo or come
νεοςyoung
νευωnod or beckon
νεφεληγερεταCloud-gatherer
νεφοςcloud
νηδυςstomach
νηεωheap
νηιοςof or for a ship
νηλ(ε)ηςpitiless
νηπιοςchildish
ΝηριτονNeriton (mountain)
νησοςisland
νοεωperceive or think
νομευωput to graze
νομονδεto the pasture
νομοςfeeding-place
νοοςmind
νοστοςreturn home
νουσοςillness
νυμφηyoung woman
νυξnight
νωλεμεςwithout pause
νωτονback
ξεινηιονhost’s gift
ξε(ι)νιοςpertaining to guest or host
ξεινοςforeigner or stranger or guest or host
ξιφοςsword
οβριμοςheavy or strong
οδεthis (belonging to the speaker)
οδοςway
οδυνηpain
οδυρομαιlament
ΟδυσσευςOdysseus
οζωsmell
οθιwhere
οιηιονrudder
οικαδεhomeward
οικεωinhabit
οικιονhouse
οικοςhouse
οιμωζωwail aloud
οινοβαρειωνdrunken
οινοςwine
οινοχοοςcup-bearer
οιομαιsuppose
οιοςalone
οιοςof what kind
οιςsheep
οιχομαιbe gone
οκριοειςjagged
ολεθροςruin
ολιγοςsmall
ολλυμιdestroy
ολοοςdestroying
ομαλοςsmooth (hapax)
ομβροςrain
ομουtogether
ομοφρονεωsympathize
ονομαname
ονομαιdisparage
οξυςsharp
οπαζωmake to follow
οπηιby which way
οπηδεωattend
οπιζωrevere
οπισ(σ)ωback or afterwards
οπλιζωmake or get ready
οπωπηsight
οπωςas
οραωsee
οργυιαfathom (= length of the outstretched arms)
ορεγωstretch out or reach
ορεσιτροφοςmountain-bred
ορεσκωιοςlying on mountains
ορθοςstraight
ορθοωset straight
ορνυμιset in motion
οροςmountain
οροςwhey (twice in Ody. only)
ορυμαγδοςloud noise
ορφναιοςdark
οσοςhow much
οστεονbone
οστιςwhoever
οτεwhen
οτ(τ)ιthat
οτρυνωrouse
ουδαςground
ουδειςnot any
ουδοςground (n.)
ουθαρudder
ουκετιno more
ουν(then)
ουνεκαon which account
Ουρανιωνεςheavenly ones
ουρανοθενfrom heaven
ουρανοςheaven
ουταζωwound
ουταωwound
ουτιδανοςof no account
ουτοςthis
ουτωςin this way
οφθαλμοςeye
οφραuntil or that
οφρυςeyebrow
οχαvery
οχθηriver bank
οχλιζωmove (by a lever) (twice in Homer)
οψεlate or long after
παιςchild
παλαιφατοςold
παλασσωbesprinkle
παλινback
παλιρροθιοςbackward flowing (twice in Ody. only)
παναργυροςall-silver (twice in Ody. only)
πανδαματωρall-subduer (twice in Homer)
παντοιοςof all sorts
πανυπερτατοςfurthest out to sea (hapax)
πανυστατοςlast of all (once in Ody. twice in Il.)
παραπλαζωmake wander from the right way
παρατιθημιplace beside
παρεκoutside
παριστημιmake stand or place beside
παροςbeforetime
παςall
πασσωsprinkle
πασχωsuffer
πατεομαιeat
πατηρfather
πατοςpath
πατριςfatherland
παχοςthickness (hapax)
παχυςthick
πεδιονplain
πεζοςon foot
πειθωprevail upon
πειραζωmake trial of
πειραρend
πειραωattempt
πειρωpierce
πεισμαcable
πελαζωapproach
πελεκυςaxe
πελωρmonster (twice in Ody. once in Il.)
πελωριοςgigantic
πελωρονmonster
πεμπτοςfifth
πεμπωsend
πεπων“dear friend” (lit. ripe)
περindeed
περαωtraverse
περθωravage
περιγναμπτωround (hapax)
περιεχωprotect
περιμηκηςvery tall or long
περιρρεωflow about (hapax)
περιτροπεωsurround
πεσσωripen or digest
πεταννυμιspread out
πετραrock
πευθομαιhear (of)
πημαevil
πιαρfatness (twice in Il. once in Ody.)
πινωdrink
πιπτωfall
πιτυςpine tree
πιωνfat
πλε(ι)ωνmore
πλεκτοςplaited
πλεωsail
πληθωbe full
πλημυριςheave of the sea (hapax)
ποθενwhence?
ποθεωlong for
ποιεωmake
ποιηgrass
ποιμαινωtend (a flock)
ποιμνηflock (hapax)
ποιοςof what kind?
πολιζωbuild a city
πολιοςgray
πολιςcity
πολυκηδηςgrievous (twice in Ody. only)
πολυμητιςof many counsels
πολυςmany
ΠολυφημοςPolyphemus
πομπηescort
πονεομαιbe busy (at)
ποντονδεin the sea
ποντοςthe sea
ποποιah me!
ποροςford
πορωfurnish
Ποσειδ(ε)ωνPoseidon
ποσιςhusband
ποταμοςriver
ποτεat some time or other
ποτηςdrink
ποτιδορπιοςpertaining to supper (twice in Ody. only)
ποτιφωνηειςendowed with speech (hapax)
ποτονdrink
πουanywhere
πουςfoot
πρηξιςdoing
πρησσωtraverse or accomplish
πρινbefore
προγονοςfirstling (hapax)
προερεσσωrow forwards
προιημιsend before
προπαροιθεbefore
προπαςall (= πας)
προπιπτωthrow oneself forward (twice in Ody. only)
προσαυδαωspeak to
προσδεχομαιreceive favourably
προσειμιapproach
προσειπονspeak
προσθενbefore
προσπελαζωmake approach (hapax)
προστιθημιput (hapax)
προσφημιspeak to
προσ(σ)ωforwards
προτεροςsooner
προτερωfurther
προφαινωshow forth
προφρωνeager
πρυμνησιαcables from a ship's stern
πρωτιστοςthe very first (= πρωτος)
πρωτοςfirst
πτεροειςfeathered
πτολιεθρονcity
πτολιπορθ(ι)οςsacker of cities
πυκ(ι)νοςclose-set or thick
πυματοςhindmost
πυρfire
πυρακτεωturn in the fire (hapax)
πυριηκηςwith fiery point (hapax)
πυροςwheat
πωup to this time
πωλεομαιgo frequently
πωμαlid
πωςhow?
ραιωbreak
ρεζωdo
ρεωflow
ρηγμιςbeach
ρηιδιοςeasy
ριζαroot
ριονpeak
ριπτωthrow
ροδοδακτυλοςrosy-fingered
ροηstream
ροιζοςwhistling or whizzing (twice)
ροοςstream or flow
ροπαλονclub
ΣαμηSame (island)
σαοωpreserve
σαρξflesh
σεληνηmoon
σευωput in quick motion
σηκοςpen
σιδηροςiron
σιζωhiss (hapax)
σιτοςfood (usu. not meat)
σιτοφαγοςfood-eating (hapax)
σκαφιςbowl (hapax)
σκεπαρνονcarpenter's axe or adze (twice in Ody. only)
σκυλαξpuppy
σμερδαλεοςterrible
σοςyour
σπαωdraw or pluck
σπε(ι)οςcave
σπερχωset in rapid motion
σπευδωset a-going
σποδοςembers (hapax)
σταθμονδεto the farmhouse (hapax)
στε(ι)νωconfine
στειχωwalk
στεναχιζωgroan
στεναχωgroan
στερνονchest
στηθοςchest
στονοειςcausing groans
στρεφωturn
συνεργωenclose together
συνεχεςcontinuously
συντρειςby threes (hapax)
σφαζωcut the throat
σφαραγεομαιburst with a noise (twice in Ody. 9 only)
σφεαςthey
σχεδονclose
σχετλιοςtough
ταλαντονweight (pl. scales)
ταλαροςbasket
ταμιηhousekeeper
ταμιηςmanager
ταμνωcut
ταναυπουςlong-striding (hapax)
τανυωstretch
ταρσοςframe of wicker-work
ταχαquickly
τειρωwear out
τεκτωνcarpenter or shipwright
τελε(ιο)ωcomplete
τελευταωcomplete
τελλωgive order
τελοςfulfilment or completion
τεοςyour (= σος)
τερηνround
τεσσαρεςfour
τετρακυκλοςfour-wheeled (twice)
τετραχθαin four pieces (twice)
τευχωmake or be (in pf. pass.)
τηthere!
ΤηλεμοςTelemos
τηλοθενfrom afar
τιθημιset
τι(ν)ωhonour or pay
τιπτεwhat? or why?
τιςanyone
τιςwho?
τλαωtake upon oneself
τοι“you know”
τοιοσδεsuch
τοκευςparent or grandparent
τολμαωtake upon oneself
τοξονbow
τοσ(σ)οςso great
τοτεat that time
τοφραup to or during that time
τραγοςhe-goat (hapax)
τραπεζαfour-legged table
τρειςthree
τρεπωturn or direct
τρεφωcurdle or rear
τρεχωrun
τρεωflee from fear
τρηχυςrugged
τριβωrub or thresh
τριςthrice
τριτατοςlast of three
τριτοςlast of three
τριχαthreefold
τριχθαin three parts
Τροιαθενfrom Troy
τρυπανονdrill
τρυπαωbore (hapax)
τυπτωbeat
τυροςcheese
τυτθοςlittle
τω(ι)therefore
υβριστηςviolent man
υγροςwet
υδρηλοςwell-watered
υδωρwater
υιοςson
υληwood
υληειςwoody
υμοςyour (= υμετερος)
υπεκout from under
υπεκφευγωescape
υπερφιαλοςreckless
υπνοςsleep
υποδειδωtremble before
υπολυωset free
υποσειωshake below
υπουρανιοςunder heaven
υπτιοςsupine (ant. πρηνης)
υστατ(ι)οςlast
υστεροςlater
υφαινωweave or devise
υφιστημιplace or set under
υψηλοςhigh
υψικομοςwith lofty foliage
υψοσεaloft
φαγονeat (aor.)
φαινωbring to light
φαοςlight
φαρετρηquiver
φαρμασσωtemper (hapax)
φαρυγξthroat (twice in Ody. only)
φατιςtalk
φειδομαιspare
φεριστοςmost noble
φερτατοςbravest
φερωbear
φευγωflee
φημιdeclare
φθεγγομαιutter a sound
φθογγηvoice
φθογγοςvoice
φιλεωlove
φιλοξενοςhospitable
φιλοςdear
ΦοιβοςPhoebus (Apollo)
φοιταωgo (to and fro)
φορεωbear or carry
φορτιςship of burden (twice in Ody. only)
φρηνmidriff or heart or mind
φρονεωthink
φυλλονleaf
φυρωstain
φυτευωplant
φυτονtree
φυωbring forth
φωςman
χαιρωrejoice
χαλκευςsmith
χαλκηρηςfitted with brass
χαμαδιςto the ground
χαριειςgraceful
χειρhand
χερσοςdry land
χεωpour
χηρευωlack (+ gen.) (hapax)
χθαμαλοςnear the ground
χθωνearth
χλωροςgreenish-yellow
χολοωmake angry
χρε(ι)ωwant
χρηit is necessary
χρονοςtime
χρυσε(ι)οςgolden
χρυσοςgold
χωριςseparately
χωροςplace
ψαμαθοςsand
ψηλαφαωfeel or grope about (hapax)
ψυχηlife or spirit
ψυχροςcold
ψωμοςmorsel (hapax)
ωδεin this way
ωδινωbe in pain (twice)
ωθεωthrust or push
ωκυςquick
ωρηseason (of time)
ωριοςproper to a season
ωςthus or as

This activity was created by a Quia Web subscriber.
Learn more about Quia
Create your own activities